Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017 Επικοινωνία | Πληροφορίες
Δεδομένα με 15 λεπτά καθυστέρηση
in.gr  >>  Οικονομία  >>  Είδηση
iPhone
 
Εκτύπωση σελίδας Αποστολή σελίδας με email

Πότε κερδίζουν οι επενδύσεις σε συνάλλαγμα. Συνέντευξη του Βασίλη Πατίκη, Chief Investment Officer, Wealth Management, της Τράπεζας Πειραιώς

Την άποψη ότι τα νομίσματα κεντρικών τραπεζών που εφαρμόζουν έγκαιρα ανόδους των επιτοκίων έχουν συνήθως καλύτερη συμπεριφορά σε περιόδους με υψηλό πληθωρισμό, διατυπώνει ο κ. Βασίλης Πατίκης, Chief Investment Officer, Wealth Management, της Τράπεζας Πειραιώς. Ο ίδιος επισημαίνει ότι η επένδυση σε ελβετικά φράγκα προσφέρει συνήθως θετικές αποδόσεις σε περίπτωση πτωτικών μετοχικών αγορών. Εκτιμά δε άνοδο του ευρώ στα 1,65 δολάρια μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου.

Συνέντευξη στον Θανάση Κουκάκη

Κατά πόσον και υπό ποιες προϋποθέσεις, η προσθήκη συναλλάγματος καθιστά ασφαλέστερο ένα επενδυτικό χαρτοφυλάκιο στο σημερινό –ασταθές- περιβάλλον των αγορών ; Πως μπορεί να αυξήσει τις μέσες ετήσιες αποδόσεις ή να περιορίσει τις διακυμάνσεις που εμφανίζουν άλλες επενδύσεις ;

Πριν αναλύσουμε την αγορά συναλλάγματος ως ξεχωριστή κατηγορία επενδύσεων θα ήταν χρήσιμο να ρίξουμε μια ματιά στις θεμελιώδεις δυνάμεις οι οποίες καθορίζουν την αξία της. Ειδοποιός διαφορά του συναλλάγματος σε σχέση με άλλες αξίες όπως τα ομόλογα ή τις μετοχές είναι ότι δεν αποτελεί αντανάκλαση των θεμελιωδών μεγεθών μιας μόνο οντότητας (π.χ. στην περίπτωση εταιρειών , κέρδη & κόστος του χρήματος τα οποία καθορίζουν την τιμή της μετοχής), αλλά την διαφορά ανάμεσα στα θεμελιώδη δυο οντοτήτων (κρατών). Υπάρχουν πολλοί τρόποι αποτίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ δυο χωρών αλλά συνήθως παράγοντες όπως: η διαφορά ανάμεσα στους ρυθμούς ανάπτυξης, η διαφορά των πληθωρισμών, το διμερές εμπορικό ισοζύγιο, η διαφορά στους ρυθμούς της νομισματικής προσφοράς και η διαφορά επιτοκίων, επηρεάζουν τις ισοτιμίες.

Απόρροια της ιδιαιτερότητας αυτής είναι ότι στο συνάλλαγμα οι επενδυτές δεν αναμένουν ότι θα υπάρχει σε μακροχρόνιο ορίζοντα συνεχής ανοδική τάση της συναλλαγματικής ισοτιμίας μιας χώρας έναντι μιας άλλης (σε μια ανοικτή παγκόσμια οικονομία τα μεγέθη μιας χώρας δεν είναι δυνατόν να αποκλίνουν μιας άλλης στο διηνεκές με σταθερούς ρυθμούς). Αποτέλεσμα της έλλειψης τάσης είναι λοιπόν ότι οι αναμενόμενες μακροχρόνιες αποδόσεις από το συνάλλαγμα είναι σχεδόν μηδενικές.

Αντίθετα, το συνάλλαγμα έχει σχετικά υψηλή μεταβλητότητα δεδομένου του πλήθους των παραγόντων που το επηρεάζουν, τους υψηλούς όγκους εμπορευσιμότητας αλλά και του ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά αυτή είναι πολλών ειδών με αντιφατικούς πολλές φορές στόχους. Έτσι, υπάρχουν οι κλασσικοί επενδυτές οι οποίοι αποσκοπούν στο κέρδος, υπάρχουν οι έμποροι που συμμετέχουν στην αγορά κυρίως για να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο των κερδών τους από την βασική τους δραστηριότητα (διεθνές εμπόριο) και υπάρχουν και οι κεντρικές τράπεζες οι οποίες δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το , αλλά χρησιμοποιούν το νόμισμα ως μέσο νομισματικής πολιτικής. Λόγω της ύπαρξης παικτών οι οποίοι δεν είναι κλασσικοί επενδυτές, είναι δυνατό οι ισοτιμίες να αποκλίνουν από την θεμελιώδη αξία τους από 2 έως 5 χρόνια.

Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι απλές στρατηγικές μακροχρόνιας διακράτησης στο συνάλλαγμα μπορεί από την μία πλευρά να μειώνουν την συνολική διακύμανση του χαρτοφυλακίου (λόγω του χαμηλού βαθμού συσχέτισης με άλλες αξίες), αλλά από την άλλη, η προσθήκη μιας αξίας υψηλού κινδύνου με μηδενική αναμενόμενη απόδοση θα μπορούσε να χειροτερεύσει την συνολική σχέση απόδοσης/κινδύνου.  Το είδος της στρατηγικής αυτής (μακροχρόνια διακράτηση) έχει να κάνει με αντιμετώπιση της έκθεσης σε συνάλλαγμα ως επένδυση πυρήνα (core investment). Η επένδυση σε συνάλλαγμα θα μπορούσε να βελτιώσει το προφίλ απόδοσης / κινδύνου ενός χαρτοφυλακίου εάν αποτελέσει μέρος των περιφερειακών (satellite)-θεματικών επενδύσεων όπου πεπειραμένοι διαχειριστές με δομημένη επενδυτική διαδικασία μπορούν να εκμεταλλευτούν τις μεσοπρόθεσμες διακυμάνσεις των ισοτιμιών για να δημιουργήσουν υπεραξία.

Σε περιόδους αυξημένης μεταβλητότητας υπάρχουν ισοτιμίες που στο παρελθόν έχουν αποδείξει ότι μπορεί να προσφέρουν σημαντικές θετικές αποδόσεις και έχουν αρνητική συσχέτιση με αγορές οι όποιες μπορεί να υποφέρουν. Για παράδειγμα η επένδυση σε ελβετικά φράγκα από ευρώ έχει συνήθως αρνητική συσχέτιση με τις μετοχικές αγορές και προσφέρει θετικές αποδόσεις σε περίπτωση πτωτικών μετοχικών αγορών. Αυτή όμως η ιδιότητα του ελβετικού φράγκου θα μπορούσε να εκλείψει στο μέλλον εάν εξαφανιστούν ορισμένα κυκλικά ή και δομικά χαρακτηριστικά της ελβετικής οικονομίας (πχ χαμηλός πληθωρισμός, εμπορικό πλεόνασμα, τραπεζικό απόρρητο).

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι η αγορά συναλλάγματος πέρα από τα οφέλη διαφοροποίησης δεν αποτελεί από μόνη της μια πηγή βελτίωσης της συνολικής σχέσης απόδοσης/κινδύνου ενός χαρτοφυλακίου (δεν υπάρχει κάποιο θετικό beta όπως πχ στις μετοχές ή τα ομόλογα) αλλά περισσότερο αποτελεί μέσο επίτευξης επιπλέον απόδοσης  (alpha).

Η επικρατούσα άποψη αναφέρει ότι οι επενδύσεις στα νομίσματα θα πρέπει να έχουν θέση σε κάθε χαρτοφυλάκιο με ποσοστό της τάξης 20% και άνω. Συμμερίζεστε την άποψη αυτή ;Διαχρονικά η αγορά συναλλάγματος καταγράφει συγκρίσιμες αποδόσεις σε σχέση με τις μετοχές και τα ομόλογα ;

Ένα τέτοιο ποσοστό θα είχε λογική μόνο σαν έμμεση έκθεση σε ξένα νομίσματα μέσω επενδύσεων σε διεθνείς μετοχές και ομόλογα. Δηλαδή ένα καλά διεθνώς διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο θα είχε έκθεση σε διεθνείς αξίες τουλάχιστον 20% γεγονός που δημιουργεί έμμεση έκθεση σε ξένο νόμισμα. Σε περιπτώσεις μεγάλων χαρτοφυλακίων και δεδομένης της μηδενικής σχεδόν μακροχρόνιας συσχέτισης των νομισμάτων με τις υποκείμενες αξίες (μετοχές και ομόλογα) λογική έχει η ξεχωριστή διαχείριση του συναλλαγματικού κινδύνου (currency overlay) προβαίνοντας σε κινήσεις αυξομείωσης του βαθμού αντιστάθμισης  της συναλλαγματικής έκθεσης σε σχέση με ένα νόμισμα αναφοράς.

Η απόδοση της «αγοράς συναλλάγματος» είναι σχετική ανάλογα με την γεωγραφική τοποθέτηση του επενδυτή. Έτσι για έναν Ευρωπαίο επενδυτή μια επένδυση στον S&P500 κατά την περίοδο 31/12/1985-30/5/2008 θα είχε μέση ετήσια απόδοση (σε δολάρια) 9.6% (11.6% με τα μερίσματα) με μεταβλητότητα 14.8%, για τα αμερικανικά ομόλογα η μέση ετήσια απόδοση θα ήταν 7.3%% με μεταβλητότητα 5%, ενώ κατά την ίδια περίοδο το δολάριο είχε μέση ετήσια απόδοση -2.42% έναντι του ευρώ (γερμανικό μάρκο πριν το 1999) με μεταβλητότητα 10.5%. Κατά την περίοδο αυτή η συσχέτιση DM/USD-S&P500 ήταν 0.13% και DM/USD-Ομολόγων ΗΠΑ -0.22%. Βλέπουμε λοιπόν ότι για έναν ευρωπαίο επενδυτή υπάρχουν μεν μικρά οφέλη διαφοροποίησης αλλά με τεχνικές πλήρους αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου (0% επένδυση στο δολάριο) θα κέρδιζε 2.4% το χρόνο (ίσως πολύ λιγότερο αν αφαιρεθούν τα κόστη) αλλά πιο σημαντικά θα γλύτωνε την σημαντική μεταβλητότητα της ισοτιμίας. Ακόμα και για τον Αμερικάνο επενδυτή όμως, το 2.4% απόδοσης σε DM δεν είναι ικανό να αντισταθμίσει το 10.5% της μεταβλητότητας.

Η αγορά συναλλάγματος προσφέρεται για βραχυπρόθεσμες ή μεσοπρόθεσμες επενδύσεις ; Πότε οι επενδυτές πρέπει να προτιμούν νομίσματα με υψηλά επιτόκια (νορβηγική κορόνα, δολάριο Αυστραλίας) και πότε νομίσματα με χαμηλά επιτόκια (δολάριο ΗΠΑ, γιεν). Η χρήση μιας κατάταξης με βάση τις αποδόσεις του κάθε νομίσματος έναντι του δολαρίου αποτελεί ασφαλές κριτήριο;


Συνηγορούν περισσότερο σε βραχυπρόθεσμες (πολύ υψηλού κινδύνου) και μεσοπρόθεσμες τοποθετήσεις στην αγορά, πάντα όμως μέσα από μεσολάβηση ειδικού trader-διαχειριστή. Σε περιόδους χαμηλής μεταβλητότητας και καλού επενδυτικού κλίματος νομίσματα με υψηλά επιτόκια έχουν συνήθως την καλύτερη συμπεριφορά. Επίσης και σε περιόδους με υψηλό πληθωρισμό νομίσματα με κεντρικές τράπεζες που εφαρμόζουν έγκαιρα ανόδους των επιτοκίων έχουν συνήθως καλύτερη συμπεριφορά. Αντίθετα σε περιόδους υψηλής μεταβλητότητας και αβεβαιότητας, προτιμώνται νομίσματα με πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο.

Η διαφορά επιτοκίων σαν κριτήριο πρέπει να χρησιμοποιείται πρώτον σε σχέση με το επιτόκιο του νομίσματος αναφοράς (κάτοικοι των ΗΠΑ ενδιαφέρονται για την διαφορά των επιτοκίων ξένων νομισμάτων σε σχέση με το δολάριο). Δεν υπάρχει επιστημονική απόδειξη ότι σε βάθος χρόνου νομίσματα με υψηλά επιτόκιο ανατιμώνται (η οικονομική θεωρία μάλιστα προβλέπει το αντίθετο: εάν νομίσματα με υψηλά επιτόκια προσέφεραν επιπλέον και θετικές αποδόσεις τότε όλα τα κεφάλαια θα πήγαιναν σε αυτά προσφέροντας άπειρες αποδόσεις). Συνήθως νομίσματα των οποίων τα επιτόκια προβλέπεται να αυξηθούν για ένα σχετικά μακρύ διάστημα ανατιμώνται με την προϋπόθεση ότι υπάρχει στην χρηματοοικονομική συγκυρία όρεξη για ανάληψη επενδυτικού κινδύνου. Προφανώς λοιπόν η διαφορά επιτοκίων δεν είναι ασφαλές κριτήριο καθώς οι επενδυτικές συγκυρίες αλλάζουν όπως και οι νομισματικές πολιτικές των κεντρικών τραπεζών. Όπως ήδη αναφέρθηκε υπάρχουν πολλοί παράγοντες που προσδιορίζουν την συναλλαγματική ισοτιμία και ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο, οι αγορές προσανατολίζονται σε ένα υποσύνολο αυτών.

Πως εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί μεσοπρόθεσμα η ισοτιμία του ευρώ με το Δολάριο ΗΠΑ, την Λίρα Αγγλίας, και το Ιαπωνικό Γιεν;

 

Ισοτιμίες

1-3 μήνες

12 μήνες

 

Ευρώ /Δολάριο ΗΠΑ

1.65

1.40

Ευρώ /Λίρα Αγγλίας

0.82

0.73

Ευρώ /Γιεν Ιαπωνίας

176

150

 

Newsroom ΔΟΛ
 
Οι μετοχές μου Ρυθμίσεις »
Δεν έχετε προσθέσει μετοχές στo κουτί
"Οι μετοχές μου".
Δείκτες ΧΑ
Δείκτης Μον. Διαφ. (%) Γραφ.
ΓΔ [762,86] - - 1001;ΓΔ
FTSE 20 [2.004,63] - - 1000;FTSE 20
FTSE 40 [1.050,49] - - 1011;FTSE 40
FTSE 80 [2.205,50] - - 1022;FTSE 80
FTSE ΤΡΑΠ [847,11] - - 1016;FTSE ΤΡΑΠ